Jun 2, 2009

χειρονομίες

Λίγο-λίγο τα πράγματα αδειάζουν, όπως εκείνα τα μεγάλα κόκκαλα
που συναντούσαμε το καλοκαίρι στ’ ακρογιάλι ― κόκκαλα αλόγων
ή ζώων προϊστορικών· αδειάζουν απ’ τη μέσα ουσία, απ’ το μεδούλι·
μένει μονάχα ένα στέρεο λευκό, σαν έλλειψη χρώματος, με αόρατες τρύπες,
όπως το χρώμα εκείνο μέσα στα δωμάτια, το χειμώνα, όταν έξω
βρέχει ραγδαία. Τότε κρατάς το χερούλι της πόρτας ή το χερούλι
απ’ το φλιτζάνι του τσαγιού, κι ούτε που ξέρεις αν εσύ τα κρατάς ή σε κρατούνε
ή αν κρατιούνται κι εκείνα κι εσύ. Και, ξαφνικά, καθώς δοκιμάζεις
να πιεις το τσάι σου, βλέπεις στα δάχτυλά σου ανάμεσα το πορσελάνινο χερούλι
μόνο του· ―το φλιτζάνι λείπει· ―περιεργάζεσαι αυτό το χερούλι, τόσο άσπρο,
τόσο αβαρές, σχεδόν κοκκάλινο ―και το βρίσκεις ωραίο, σε σχήμα
μισού μηδενικού― γυρεύει τη συμπλήρωσή του, ενώ, αντίκρυ, στον τοίχο,
μέσ’ από μια βαθιά ρωγμή, βγαίνει ζεστός ο ατμός απ’ το τσάι που δεν ήπιες.

[Γιάννης Ρίτσος, Αναχωρήσεις, ΙΙΙ, από τη συλλογή Επιτομή]

Apr 20, 2009

από το Φλεβάρη

Τι είναι η ποίηση;
Λίγες λέξεις και πολύ λευκό χαρτί.
(πολύ κακό για το τίποτα θε έλεγε κανείς.
τσάμπα πάει το χαρτί)
Άραγε, όμως, κι εμείς κάτι τέτοιο δεν είμαστε;
Λίγα λόγια και πολύ ανείπωτο.
Όσα και να πεις, πάντα θα υπάρχει το κενό.
Το κενό σου.
(έπαψε ποτέ να σου κάνει παρέα;)

Για την ακρίβεια,
όσο περισσότερα λες, τόσο μεγαλώνει το κενό.
οι παλιοί θα έλεγαν ότι όσα περισσότερα μαθαίνεις τόσο συνειδητοποιείς ότι δεν ξέρεις τίποτα.
οι παλαιοί.
(και ο Σωκράτης κάτι τέτοια δεν έλεγε;)

Εγώ θα έλεγα απλά:
πολύ καλό για το τίποτα.

[δικό μου, 5 του Φλεβάρη, κάπου]

Apr 14, 2009

για το Στέλιο

Είναι ωραία τα παλιά μεγάλα δέντρα
στέκονται δίπλα στο ποτάμι και κοιτάνε
δίπλα τους παίζουν τα παιδιά και τραγουδάνε
τα δέντρα ακούνε και δε βγάζουνε κουβέντα

Κοιτάζω τα παλιά μεγάλα δέντρα
όμως αυτά όλο τα σύννεφα κοιτάνε
ανατριχιάζουνε τα φύλλα τους πετάνε
μέχρι το σπίτι σου και πέφτουν στα τσιμέντα

Μπορείς αν θέλεις να κρυφτείς όταν θα βρέχει
κάτω από κείνα τα πλατάνια τα μεγάλα
μα έτσι γρήγορα το σύννεφο όπως τρέχει
η καταιγίδα θα ξεσπάσει ποιος αντέχει

Πήγαινε σπίτι σου λοιπόν και παρακάλα
να κάνει ο κεραυνός πως δεν τα είδε
αυτά τα δέντρα τα ωραία τα μεγάλα
αυτά τα δέντρα ανάμεσα σε τόσα άλλα

[Παύλος Παυλίδης, Τα δέντρα, από το δίσκο Αφού ξεχάστηκα λοιπόν]

Πήγαινε σπίτι σου λοιπόν και παρακάλα
μια μέρα η σκιά τους να'ναι φίλη
αυτά τα δέντρα τα ωραία τα μεγάλα
να σ'αγκαλιάσουν και να δεις τη μέσα ύλη

Αυτή που σ'έκανε παλιά να τα φοβάσαι
και δεν σε άφηνε πλάι τους να περπατήσεις
ίσως φοβόντουσαν κι εσένα αυτά τα δέντρα
πάντα τρομάζουν αν δεν θες να τους μιλήσεις

Γιατί ακούνε και δεν βγάζουνε κουβέντα
κι απ'το νερό, ετούτο το'χουν πιο ανάγκη
αυτά τα ωραία τα παλιά μεγάλα δέντρα
ήταν οι φίλοι σου και όχι τα τσιμέντα

[προσθήκη εμπνευσμένη και σπεσιαλιτέ αφιερωμένη για το Στέλιο]

Mar 31, 2009

ψυχαναγκα(λια)σμός

Ναι, και όταν νομίζεις πως έχει στερέψει
Ό,τι κι αν έχει στερέψει,
Πρέπει να μην αφήνεις την τελευταία σταγόνα να δραπετεύσει
ή να ξεραθεί
Αυτή είναι που θα σε ξεδιψάσει
Τότε
Όταν χρειαστεί βρε παιδί μου

Ναι, πάντα υπάρχουν πρέπει
Γιατί δεν γίνεται να αφήσεις τον εαυτό σου στον άνεμο
Έρμαιο και απροστάτευτο
Ναι, ξέρω, υπάρχουν στιγμές που θέλεις και να τον αφήσεις
Υπάρχουν και στιγμές που πρέπει να τον αφήσεις
Αλλά όχι έτσι και, τέλοσπάντων, άλλη κουβέντα αυτή

Πρέπει να θέλεις
Κανείς δεν θα στο πει ποτέ, κανείς δεν θα σ'αναγκάσει
Δεν είναι στις προδιαγραφές, δεν είναι στις απαιτήσεις κανενός
Δεν προκύπτει από πουθενά ως δυνατότητα
Απλά -πως να το κάνουμε- πρέπει να θέλεις
Να θέλεις.

Πρέπει να ποθείς,
Πρέπει να ονειρεύεσαι,
Πρέπει να ερωτεύεσαι
Ναι,
Πρέπει να ερωτεύεσαι,
Ακόμα κι όταν έχει τελειώσει ο έρωτας,
Ακόμα κι όταν νιώθεις την ανάσα του προηγούμενου, αυτού που μόλις τελείωσε, να αφήνει δάκρυα και ανυπόφορους ατμούς πάνω στο σβέρκο και ένα κάψιμο στο λαιμό
Ακόμα κι όταν νομίζεις πως η μέρα κρύφτηκε και είναι πάντα νύχτα,
Ακόμα και όταν ανησυχείς για εκείνη
ή όταν ανησυχείς επειδή δεν υπάρχει εκείνη
ή τρελαίνεσαι επειδή δεν ξέρεις ποια είναι εκείνη
Και δεν έχεις ιδέα ποια μπορεί να είναι εκείνη
Μάθε
Πρέπει να μάθεις
Πρέπει να τη βρεις και να την ερωτευτείς
Ξανά και ξανά
Συνέχεια
Γιατί πρέπει
Πρέπει να είσαι ερωτευμένος

Πρέπει να την αγκαλιάζεις
Πρέπει να μην αφήνεις να περνάει μέρα που να μην μαθαίνει πόσο υπέροχη είναι
Που να μην μαθαίνει ότι κι οι νεράιδες των παραμυθιών κάπως έτσι γεννήθηκαν
Στη φαντασία κάποιων, που έπρεπε να δώσουν μορφή στα πιο τρελά ονειρά τους
ή να κάνουν ακόμα και όνειρο την πιο τρελή πραγματικότητά τους, αυτή που δεν αντέχεται,
τόσο υπέροχη που είναι,
η αβάσταχτη πραγματικότητα

Πρέπει να της τα λες όλα
Ψιθυριστά, στο αυτί της, αλλά όλα
Για τα μάτια της που χαμογελούν και γεμίζουν το δωμάτιο ζέστη
Για το λαιμό της, που ξέρεις πως θα λιποθυμίσεις όταν οι άκρες των δαχτύλων σου τον αγγίξουν και σχηματίσουν αυτή την τόσο μικρή διαδρομή, δέκα εκατοστά περίπου, την τόσο αβάσταχτη
Για τα μαλλιά της, που τ'αγγίζεις και σβήνουν πόλεις ως εκ θαύματος
(από κάποιο ποίημα δεν το πήρα αυτό για τις πόλεις; ναι, αλλά όχι αυτό για τα μαλλιά)
Για τα χέρια της, τα χέρια της, ναι
Το χαμόγελό της
Πρέπει να μπορείς να χάνεις τον κόσμο κάτω από τα πόδια σου όταν χαμογελάει
Πρέπει να...
Πως να το κάνουμε, πρέπει

Πρέπει να είσαι ευτυχισμένος
Πρέπει να το θέλεις
Πρέπει να μπορείς να το βλέπεις

Πρέπει να έχεις μια ιδέα να σου παίρνει το μυαλό
Να σου καίει τα σωθικά και να μη σ'αφήνει ν'ανασάνεις
Να νιώθεις ότι μπορεί και να εκραγείς αν δεν το κάνεις
Να μην υπάρχεις αλλιώς, βρε παιδάκι μου, πως να στο πω
Πρέπει

Πρέπει να πιστεύεις
Πρέπει να βρίσκεις πάντα την πίστη σου
Πρέπει να την ψάχνεις
Και να την ψάχνεις πάντα εκεί που νομίζεις ότι δεν υπάρχει ή όταν είσαι σίγουρος ότι χάθηκε
Εκεί είναι που πρέπει, τότε είναι που πρέπει
Αυτονόητο; Ίσως.
Αλλά να θυμάσαι ότι πρέπει, όχι δύναται. Πρέπει.

Αν υπάρχουν πρέπει,
αυτά είναι τα πρέπει, φιλαράκο
Βασανιστικά, ναι, βασανιστικά πρέπει
Όλα τ'άλλα είναι απλά το οχτάωρό σου, μεροδούλι
Βιοπορισμός και κοινωνικές σύμβασεις
Χασμουρητά δηλαδή
Και χάχανα ίσως

Αφιερώσου επιτέλους στα πρέπει σου
Γιατί πρέπει.

[επιτέλους, άρχισα να ανεβάζω και τα δικά μου]

Mar 17, 2009

(μαύρο)+(κόκκινο)

[...]
Όλο ταξιδεύουν οι φίλοι μου
γιατί δεν τους αφήσατε σπιθαμή για σπιθαμή
Όλοι οι φίλοι μου ζωγραφίζουνε με μαύρο χρώμα
γιατί τους ρημάξατε το κόκκινο
γράφουνε σε συνθηματική γλώσσα
γιατί η δική σας μόνο για γλύψιμο κάνει.
Οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά και σύρματα
στα χέρια σας. Στο λαιμό σας.

[Κατερίνα Γώγου, #3, από τη συλλογή Τρία κλικ αριστερά]

Mar 10, 2009

(κόκκινο)

Η ελευθερία μου είναι στις σόλες

των αλήτικων παπουτσιών μου.

Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω.

Μπορώ να σεργιανίσω

ό,τι ώρα μου γουστάρει.

Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας

στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε

την ώρα που απαυτωνόσαστε

την ώρα που κάνετε το χρέος σας

στα παιδιά σας

στο σωματείο σας

την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα

πως τρώτε αυγολέμονο

και τρώτε σκατά

μπορώ και περπατάω με τ’αλήτικα παπούτσια μου

πάνω απ’τις στέγες σας

-όχι ρε παιδάκι μου σαν εκείνη

την ηλίθια με τη σκούπα, την Μαίρη Πόπινς-

δεν πιάνετε το κανάλι μου

μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος

ανθρωπάκια χέστες κατά βάθος σας λυπάμαι

αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας

δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας

η ελευθερία σας

είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου

θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε

και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας «θαύμα θαύμα»

αυτά τα παπούτσια

ποτέ δεν ξεκουράζονται κι ούτε βιάζονται

όταν εγώ καθαρίσω από δω

θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο

δε λυώνουν όσες πρόκες κι αν ρίχνετε στο δρόμο

σας βαράνε στο δόξα πατρί σας

θάρθει η ώρα που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο

«συνοδοιπόροι» κι «αποστάτες»

να βάψετε τα δικά σας

μα η μπογιά

δεν θα πιάνει

ό,τι κι αν κάνετε, όσα κι αν δίνετε

τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το κόκκινο το δικό μας.

[Κατερίνα Γώγου, #22, από τη συλλογή Τρία κλικ αριστερά]

Mar 9, 2009

(black)

Άσπρη είναι η αρία φυλή
η σιωπή
τα λευκά κελιά
το ψύχος
το χιόνι
οι άσπρες μπλούζες των γιατρών
τα νεκροσέντονα
η ηρωίνη.
Αυτά λίγο πρόχειρα
για την αποκατάσταση του μαύρου.

[Κατερίνα Γώγου, #11, από τη συλλογή Το ξύλινο παλτό]

Mar 4, 2009

η σκόνη του χρόνου

Πάει. Αυτό είταν.
Χάθηκε η ζωή μου φίλε
μέσα σε κίτρινους ανθρώπους
βρώμικα τζάμια
κι ανιστόρητους συμβιβασμούς.
Άρχισα να γέρνω
σαν εκείνη την ιτιούλα
που σούχα δείξει στη στροφή του δρόμου.
Και δεν είναι που θέλω να ζήσω.
Είναι το γαμώτο που δεν έζησα.
Κι ούτε που θα σε ξαναδώ.

[Κατερίνα Γώγου, #23, από τη συλλογή Ιδιώνυμο]

Feb 18, 2009

κουπλέ, εφραίμ, κουπλέ

Φανταστείτε τους καρναβαλιστές να εκδηλώνουν τα ακόρεστα πάθη τους για το σχήμα ενός ιερωμένου όπως ο Εφραίμ.
Θυμηθείτε τους ιερωμένους να εκδηλώνουν τα ακόρεστα πάθη τους για τις εκτάσεις, τη δημόσια περιουσία και το χρηματιστήριο, όπως και έγινε.

Feb 12, 2009

λίγο πιο συγκεκριμένος κύριε Νικήτα;

Ο κύριος Δήμαρχος μίλησε και ελάλησε. Και έδωσε απαντήσεις. Συγκεκριμένα, οι λέξεις πρόκες του είχαν στόχο τους μπαχαλάκηδες και το ΣΥΡΙΖΑ. Ακόμα πιο συγκεκριμένα, είπε πως το έργο στο πάρκο Κύπρου και Πατησίων έχει δρομολογηθεί από το 1980 και πως για χάρη του κόπηκαν μόνο 12 δέντρα, ενώ κανένας από τον Δήμο δεν προπηλάκισε τους διαμαρτυρόμενους -τους οποίους χαρακτήρισε ξένους προς τους κατοίκους της Κυψέλης. Είναι ένα πρώτο βήμα.

Μένει, λοιπόν, να απαντήσει και στα εξής:
-Πως εξαφανίστηκαν από το σκηνικό τα υπόλοιπα 40 δέντρα, καθώς και η υπόλοιπη βλάστηση και ο χώρος έγινε κρανίου τόπος -ή ίσωμα που λένε και στο χωριό μου;
-Με ποιο τρόπο θα κρατήσει την υπόσχεσή του για φύτευση 150 δέντρων πάνω στο υπόγειο γκαράζ, τη στιγμή που υπάρχει ζήτημα στατικής επάρκειας της πλάκας του δαπέδου;
-Γιατί οι ίδιες υποσχέσεις για τις πλατείες Αιγύπτου και Κάνιγγος έδωσαν τη θέση τους σε ζαρντινιέρες και θαμνάκια;
-Γιατί η πολεοδομία του Δήμου εξέδωσε την οικοδομική άδεια σε χρόνο ρεκόρ (μέσα σ'ένα 24ωρο) και αναγκάστηκε να παραβιάσει την υπουργική απόφαση για τη λειτουργία της ΕΠΑΕ (ΦΕΚ 482/Δ/87), που προβλέπει διάστημα 30 ημερών μετά την απόφασή της, ώστε να μπορούν οι έχοντες έννομο συμφέρον να υποβάλλουν ενστάσεις;
-Γιατί το συνοδευτικό διάγραμμα που προβλέπει το γκαράζ δεν έχει δημοσιευτεί στο ΦΕΚ και έτσι έχει μείνει χωρίς συνοδό το ΦΕΚ Δ382 που χαρακτηρίζει το πάρκο ως χώρο πρασίνου και παιδικής χαράς;
-Πως μπορεί κάποιος να παραβιάζει τόσο άνετα το άρθρο 24 του Συντάγματος, το οποίο προστατεύει τα δάση και απαγορεύει την κοπή των δέντρων, εξισώνοντας χοντροκομμένα (και κομματάκι παράνομα) την αλλαγή της χρήσης και του προορισμού των αλσών με την καταστροφή των δασών -που απαγορεύεται αυστηρά- μέσω της νομολογίας των δικαστηρίων;
-Γιατί επιλέχθηκε το συγκεκριμένο πάρκο, τη στιγμή που η απόφαση για χωροθέτηση χώρου στάθμευσης στο συγκεκριμένο σημείο αντίκειται στις κατευθύνσεις του ρυμοτομικού σχεδίου της Αθήνας και του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδιασμού;
-Γιατί η παλιά μελέτη είχε απορριφθεί από τη δευτεροβάθμια ΕΠΑΕ και αντί για νέα μελέτη -την οποία έωλα ο Δήμος ισχυρίζεται ότι συνέταξε- απλά συντάχθηκε η τροποίησή της;
Μήπως παίζει κάποιο ρόλο το ότι μ'αυτό τον τρόπο δεν προκύπτει πρόσκληση εκ νέου στους ενδιαφερόμενους να υποβάλλουν αντιρρήσεις και ενστάσεις;
-Γιατί η χωρητικότητα του νέου γκαράζ μειώθηκε από 250 θέσεις στάθμευσης αρχικά στις 184 θέσεις;
Μήπως παίζει κάποιο ρόλο το ότι για γκαράζ άνω των 200 θέσεων, απαιτείται μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων;
-Μήπως η παράκαμψη των ενοχλητικών υποχρεώσεων και μελετών που απαιτούνται, και πρόκειται να νομιμοποιηθεί (είτε με ΜΑΤ είτε με χτίσιμο), ανοίγει και το δρόμο για περαιτέρω αυθαιρεσίες π.χ. υπέργειες χρήσεις του χώρου ή αύξηση των θέσεων στάθμευσης;
-Ποιες ζωτικές ανάγκες πρόκειται να καλύψει ένα ιδιωτικό -στην ουσία- γκαράζ, τη στιγμή που τα 6 πάρκινγκ της περιοχής δεν είναι ποτέ φουλ;
-Γιατί πέρα από την παραχώρηση της έκτασης των 2 στρεμμάτων από το Δήμο στην εταιρεία, η υπουργική απόφαση προβλέπει έξτρα επιδότηση της επένδυσης κατά 40%, κάτι που είναι παράνομο;
-Τι άλλο πρέπει να κάνουν οι κάτοικοι της Κυψέλης για να αποδείξουν ότι είναι κάτοικοι της Κυψέλης;
-Γιατί, όμως, πρέπει να μένει κάποιος μόνιμα στην Κυψέλη, για να του αναγνωριστεί το δικαίωμα να διαμαρτύρεται και να παρεμποδίζει τις πλέον παράνομες διαδικασίες, αλλά και την -παράνομη ή νόμιμη- συνεχόμενη ασχήμια της πόλης;
-Γιατί ο κύριος Δήμαρχος δεν δίνει βήμα στο δημοτικό ραδιοσταθμό να μιλήσουν τέλοσπάντων οι πολίτες -ας πούμε της Κυψέλης- και αντ'αυτού επικαλείται κάθε τόσο τα εκατομμύρια Αθηναίων που τον ψήφισαν (δηλαδή τους εξής χιλιάδες), τους οποίους μπορεί -ως ισχυρίζεται- να κατεβάσει στο δρόμο αν χρειαστεί;
-Τι είδους νεο-τσαμπουκάς είναι αυτός σε επίπεδο δημοτικής πολιτείας;

Εν καιρώ, εν καιρώ. Μέχρι, λοιπόν, να απαντήσει και σ'αυτές τις απορίες ο κύριος Δήμαρχος, διαβάζω τα όμορφα που μπορεί και δημοσιεύει στο βήμα που του δίνει (και) η FAQ και μου έρχονται στο μυαλό συνειρμοί πρόκες:
'Πρώτον, το έργο θα γίνει'. Ναι, πάρτε το χαμπάρι και κόψτε το λαιμό σας. Εγώ αποφασίζω.
'Διότι στις δημοκρατίες κυβερνούν οι νόμοι, οι θεσμοί και οι πλειοψηφίες και όχι κάποιοι περιφερόμενοι θίασοι'. Πράγματι, στις δημοκρατίες κυβερνούν οι νόμοι. Εδώ κυβερνά η παρανομία.
Στο παραλήρημά του, βέβαια, ξεχνάει πως δεν είναι οι "μειοψηφίες" που εμποδίζουν τις παρανομίες του, αλλά τα θεσμικά όργανα στα οποία προσφεύγουν οι μειοψηφίες και εκείνα κρίνουν -και όχι οι μειοψηφίες. Εκτός αν κηρυχθούν παράνομα με διάταγμα το Συμβούλιο της Επικρατείας και το Δασαρχείο Αττικής και οριστούν πλέον ως "μειοψηφίες".
'Όι κάτοικοι της Κυψέλης -όπου κατά τύχη εκεί τα ποσοστά που πήρε ο συνδυασμός μου είναι πάνω από 50%- ενέκριναν αυτό το πρόγραμμα'. Μάθημα δημοκρατικής ευαισθησίας: αν δεχτούμε ότι σύσσωμο το 50+ που τον ψήφισε στην Κυψέλη εγκρίνει τις αυθαιρεσίες του, τότε το υπόλοιπο 50- ας φάει σκατά και ας πάρει απόφαση ότι η δημοκρατία δεν είναι ο σεβασμός της μειοψηφίας, αλλά ο φασισμός των λίγο παραπάνω απ'των μισούς.
'Που είδατε κατοίκους της Κυψέλης να διαμαρτύρονται;'. Στα Indymedia κύριε Δήμαρχε. Στο tvxs.gr. Και σε άλλα site. Στην τηλεόραση όχι, είναι η αλήθεια, γιατί κάτι μαγειρέψατε πάλι μπαγάσηδες και δεν είδαμε τίποτε.
Όύτε εμείς καλέσαμε τα ΜΑΤ και κατά την άποψή μου, ορθώς απέκλεισαν το χώρο. Δηλαδή θα αφήναμε πάλι τους Εξαρχειώτες [...] να κάψουν την περιοχή;'. Αποφάσισε όμως Δήμαρχε: τα κάλεσες ή δεν τα κάλεσες τα ΜΑΤ;
'Είναι πλέον βέβαιο ότι το μέτρο σε αυτή την πόλη έχει χαθεί και μάλιστα από αυτούς που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται τα συμφέροντά της'. Στα λόγια μου έρχεσαι κυρ Νικήτα.

Πόσες και πόσες ιστορίες, πόσες και πόσες απορίες, που έλεγε και ο Μπρεχτ...